ΗΠΑΤΙΤΙΔΑ C: 3 ΣΤΟΥΣ 4 ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΟΤΙ ΠΑΣΧΟΥΝ
  • μέγεθος γραμματοσειράς +

29 Δεκεμβρίου 2015
(0 ψήφοι)
K2_ITEM_AUTHOR 

Hepatitis-C“Σιωπηλή επιδημία” που αφορά περίπου 200.000 ανθρώπους στη χώρα μας, με σοβαρές επιπτώσεις για το σύστημα υγείας, αλλά και τους ίδιους τους ασθενείς, χαρακτηρίζει την ηπατίτιδα C ο Λέκτορας στην Δ’ Παθολογική Κλινική του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης “Ιπποκράτειο”), κ. Μανόλης Σινάκος.

Κάποιες βελτιωμένες θεραπείες μπορούν να ανατρέψουν αυτήν την εικόνα, συντελώντας στην ίαση και σταδιακά στην εξάλειψη αυτής της “επιδημίας”.

Γιατί η ηπατίτιδα C (HCV) χαρακτηρίζεται ως “σιωπηλή νόσος”; Πόσοι είναι οι ασθενείς στην Ελλάδα και ποιοι θα πρέπει να ελέγχονται;

Ο ιός της ηπατίτιδας C (HCV) μεταδίδεται κυρίως µέσω της επαφής µε αίμα πασχόντων από ηπατίτιδα C και σπανιότερα μέσω της σεξουαλικής επαφής. Η λοίμωξη από τον HCV μεταπίπτει στο 80% των περιπτώσεων σε χρόνια λοίμωξη. Αν δεν χορηγηθεί θεραπεία στους ασθενείς, η χρόνια ηπατίτιδα C µπορεί να προκαλέσει ίνωση του ήπατος (δημιουργία ουλών) και να εξελιχθεί σε κίρρωση, η οποία µε τη σειρά της µπορεί να οδηγήσει σε καρκίνο του ήπατος. Εκτιμάται ότι το 25-30% των ασθενών µε χρόνια ηπατίτιδα C πεθαίνει από επιπλοκές της κίρρωσης ή από ηπατοκυτταρικό καρκίνο.

Η λοίμωξη από τον HCV κατά κανόνα δεν προκαλεί συμπτώματα πριν οδηγήσει τον ασθενή σε κίρρωση του ήπατος. Για τον λόγο αυτό, χαρακτηρίζεται ως “σιωπηλή νόσος”. Υπολογίζεται ότι περίπου 170 εκατομμύρια άνθρωποι σε όλον τον κόσμο έχουν προσβληθεί από τον HCV. Σύγχρονες επιδημιολογικές μελέτες εκτιμούν ότι το αντίστοιχο ποσοστό για την Ελλάδα είναι 1,9% του πληθυσμού, δηλαδή περίπου 200.000 άνθρωποι. Πρέπει να τονισθεί, ότι μέχρι και 80% των ασθενών αυτών είναι πιθανόν να αγνοούν ότι πάσχουν από τον ιό, ενώ και εξ αυτών που το γνωρίζουν μόνο το 60% έχουν λάβει την κατάλληλη θεραπεία.

Η διάγνωση της νόσου γίνεται με ειδικές εξετάσεις αίματος, που ανιχνεύουν την επαφή με τον ιό και καθορίζουν την ενεργότητα του ιού, όπως και το είδος του (γονότυπος). Ο διαγνωστικός αυτός έλεγχος θα πρέπει οπωσδήποτε να διενεργείται σε κάποιες συγκεκριμένες κατηγορίες πληθυσμού, όπως τα άτομα που έχουν αυξημένες τρανσαμινάσες, οι πρώην και οι ενεργοί χρήστες ενδοφλεβίων ναρκωτικών και όσοι έχουν υποβληθεί σε μεταγγίσεις αίματος ή παραγώγων του ή μεταμόσχευση οργάνου πριν από το 1992. Επίσης, σε όσους έχουν υποβληθεί ή υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση, καθώς και όσους έχουν εκτεθεί παρεντερικά σε δυνητικά μολυσμένα ιατρικά ή παραϊατρικά εργαλεία. Το ίδιο ισχύει και για τους ερωτικούς συντρόφους ατόμων με ηπατίτιδα C, τα άτομα με πολλαπλούς ερωτικούς συντρόφους, τα παιδιά μητέρων με ηπατίτιδα C, τους ασθενείς με λοίμωξη από τον ιό του AIDS ή με χρόνια λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας Β.

Όσοι ασθενείς διαγνωσθούν με χρόνια ηπατίτιδα C, θα πρέπει να υποβληθούν σε περαιτέρω εξετάσεις, για τον καθορισμό του σταδίου της νόσου τους. Αυτό γίνεται είτε με τη διενέργεια βιοψίας ήπατος, είτε με αναίμακτες μεθόδους προσδιορισμού του σταδίου ίνωσης, όπως η ελαστογραφία ήπατος (Fibroscan).

Ποια είναι τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Έλληνες ασθενείς;

Οι ασθενείς με ηπατίτιδα C αντιμετωπίζουν συχνά το φαινόμενο του κοινωνικού «στιγματισμού», το οποίο μπορεί να επηρεάσει την αυτοεκτίμηση και την ψυχική τους υγεία. Σύμφωνα μάλιστα με στοιχεία πρόσφατης παγκόσμιας έρευνας όπου έλαβε μέρος και η χώρα μας, περισσότερο από 20% των Ελλήνων ασθενών έχουν αντιμετωπίσει διακρίσεις στον εργασιακό χώρο τους ή στον χώρο της εκπαίδευσης εξαιτίας της νόσου τους.

Η επιβάρυνση της νόσου είναι εξίσου σημαντική και στο σύστημα Υγείας. Σύμφωνα με πρόσφατη αναδρομική μελέτη, φάνηκε ότι η ελληνική Πολιτεία δαπανά κατά μέσο όρο για την παρακολούθηση κάθε ασθενή με χρόνια HCV λοίμωξη προχωρημένου σταδίου €13.000, για κάθε κιρρωτικό ασθενή με χρόνια HCV λοίμωξη και μη αντιρροπούμενη κίρρωση €30.000 και για κάθε ασθενή με χρόνια HCV λοίμωξη και ηπατοκυτταρικό καρκίνο €48.000.

Σε εξατομικευμένες περιπτώσεις, τα παραπάνω κόστη, που αφορούν στο σύνολο δαπανών νοσηλείας, εξετάσεων και φαρμακευτικής αγωγής, ιδιαιτέρως όταν χρησιμοποιούνται παλαιότερης γενιάς σκευάσματα, εκτοξεύονται σε ακόμα υψηλότερα επίπεδα.

Ένα ακόμη σημαντικό πρόβλημα είναι η έλλειψη ασφαλιστικής κάλυψης πολλών ασθενών, που τους στερεί τη θεραπευτική αντιμετώπιση, καθώς τα φάρμακα έναντι του HCV έχουν υψηλό κόστος. Το πρόβλημα αυτό είναι οξυμένο στην εποχή μας και αποτελεί τροχοπέδη για τη θεραπεία αρκετών ασθενών.

Μιλήστε μας για τις εξελίξεις στη θεραπεία. Τι νεώτερο φέρνει στη φαρέτρα των γιατρών; Ποια είναι τα οφέλη για τους ασθενείς;

Η αντιμετώπιση της χρόνιας ηπατίτιδας C γίνεται με τη χορήγηση ειδικών φαρμάκων, που αποσκοπούν στην εκρίζωση του ιού. Όλοι οι ασθενείς με HCV λοίμωξη έχουν ένδειξη για θεραπεία, καθώς η επιτυχής θεραπεία έχει αποδειχθεί ότι αναχαιτίζει την εξέλιξη της νόσου προς κίρρωση και τις επιπλοκές της. Άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν τη θεραπευτική απόφαση είναι η επιθυμία του ασθενούς για θεραπεία, η νεαρή ηλικία, η έντονη βιοχημική δραστηριότητα της νόσου και/ή η παρουσία γενικών συμπτωμάτων της HCV λοίμωξης και η παρουσία σοβαρών συνοδών παθολογικών νοσημάτων.

Μέχρι το 2011, η μοναδική διαθέσιμη θεραπεία ήταν ο συνδυασμός πεγκυλιωμένης ιντερφερόνης (ενέσιμο φάρμακο) και ριμπαβιρίνης (χάπια). Η θεραπεία αυτή, διάρκειας 24 ή 48 εβδομάδων, προκαλεί σημαντικό αριθμό παρενεργειών και οδηγεί σε κάθαρση του ιού περίπου στους μισούς ασθενείς. Είναι εξαιρετικά ευχάριστο ότι τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιούνται συνδυασμοί νεότερων φαρμάκων σε μορφή δισκίων, που στερούνται σοβαρών παρενεργειών και αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες ίασης.

Τα φάρμακα αυτά δρουν απευθείας έναντι στοιχείων του HCV, προκαλώντας την κάθαρσή του σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα (12 εβδομάδες στις περισσότερες περιπτώσεις). Μπορούν να χορηγηθούν σε συνδυασμό με την παλιότερη θεραπεία ή και χωρίς αυτή, άρα με συνδυασμό μόνο χαπιών. Ενδεικτικά, αναφέρονται τα φάρμακα που έχουν αδειοδοτηθεί από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων (ΕΜΑ) και κυκλοφορούν και στην Ελλάδα: sofosbuvir, simeprevir, daclatasvir, ledipasvir (συγχορηγούμενο σε ένα δισκίο με sofosbuvir) και ο συνδυασμός των αντιικών φαρμάκων paritaprevir με ritonavir, ombitasvir και dasabuvir. Τα φάρμακα αυτά χορηγούνται σε συνδυασμούς 2 ή 3 χαπιών άπαξ ή δύο φορές την ημέρα. H βελτιωμένη αυτή θεραπεία χορηγείται σήμερα κατά προτεραιότητα σε ασθενείς με σοβαρή ίνωση ή κίρρωση, μη αντιρροπούμενη κίρρωση, υποτροπή του HCV μετά από μεταμόσχευση ήπατος, συλλοίμωξη με τον ιό του AIDS και ασθενείς με σοβαρή εξωηπατική εκδήλωση της HCV λοίμωξης. Στην Ελλάδα, οι ασφαλιστικοί οργανισμοί εγκρίνουν και καλύπτουν πλήρως το κόστος αυτών των φαρμάκων, βάσει των προαναφερθέντων κριτηρίων.

Επιθυμία όλων είναι η σταδιακή χορήγηση των νεότερων, πολύ αποτελεσματικών φαρμάκων σε ολοένα και περισσότερους ασθενείς, στο μέτρο βεβαίως των οικονομικών δυνατοτήτων κάθε χώρας. Αυτό θα συντελέσει αναμφίβολα στην ίαση της πλειοψηφίας των ασθενών με χρόνια ηπατίτιδα C και, μελλοντικά, στην εξάλειψη αυτής της “επιδημίας”.

Μανόλης Σινάκος,
Λέκτορας στην Δ’ Παθολογική Κλινική του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης,
Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης “Ιπποκράτειο”

Πηγή: lifepositive.gr

K2_LEAVE_YOUR_COMMENT

Σιγουρευτείτε πως έχετε εισάγει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες με το σύμβολο (*). Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

Top